Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

Επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου,αύξηση της φτώχειας

Σε ελεύθερη πτώση βρίσκεται το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων ήδη από το 2010, η φτώχεια παίρνει ανησυχητικές διαστάσεις, «αγκαλιάζοντας» πια και νέα κατηγορία, αυτή των φτωχών εργαζόμενων, η ψαλίδα μεταξύ πλούσιων και φτωχών «ανοίγει» θυμίζοντας άλλες εποχές, ενώ ραγδαία αύξηση παρουσιάζει και το ποσοστό των Ελλήνων που βλέπουν σε απόσταση αναπνοής το κατώφλι της φτώχειας, σύμφωνα με τα σοκαριστικά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που καταγράφουν τις σημαίνει κρίση και ύφεση στην πραγματική ζωή. 


Επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου,αύξηση της φτώχειας

Σημειώνεται δε ότι την διετία που ακολούθησε δεν χρειάζεται επιστημονική γνώση για να καταλάβει κανείς ότι οι συνθήκες έχουν επιδεινωθεί κατά πολύ.

Πάνω από το 3 εκατ. πολίτες απειλούσε από το 2010 ο κίνδυνος φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, σύμφωνα με την έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών της ΕΛΣΤΑΤ με βάση τα εισοδήματα 2010.

Στη φτώχεια νοικοκυριών η χώρα βρίσκεται στη 2η θέση στην Ευρώπη μετά τη Βουλγαρία, με 901.194 νοικοκυριά να βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας.

Η παιδική φτώχεια ανέρχεται (με βάση στοιχεία του 2010) στο 23,7%. Στο 23,6% η φτώχεια σε άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών. 

Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας σε εργαζόμενους αγγίζει το 11,9%. Σημαντικό στοιχείο την εποχή που προωθούνται όσο ποτέ άλλοτε οι ελαστικές μορφές απασχόλησης είναι ότι στους εργαζομένους με μερική απασχόληση ο κίνδυνος φτώχειας ανέρχεται σε 21,4%, ενώ στους εργαζόμενους με πλήρη απασχόληση σε 10,4%.

Ακόμη ποιοτικό συμπέρασμα κρίσιμης σημασίας είναι ότι η στέρηση βασικών αγαθών και υπηρεσιών πλέον δεν αφορά μόνο τον φτωχό πληθυσμό της χώρας, αλλά και μέρος του μη φτωχού πληθυσμού.

Το 42,7% του φτωχού πληθυσμού στερείται καλής διατροφής, το 69,5% (του φτωχού πληθυσμού) και το 24,9% του μη φτωχού δηλώνει οικονομική δυσκολία να αντιμετωπίσει έκτακτες, αλλά αναγκαίες δαπάνες αξίας περίπου 600 ευρώ. 

Το ποσοστό του συνολικού πληθυσμού που δηλώνει οικονομική αδυναμία να έχει ικανοποιητική θέρμανση ανέρχεται σε 18,7%.

Βουτιά 9,3% υπέστη (σε πραγματικούς όρους λαμβανομένου υπόψη και του πληθωρισμού) η μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών, με το μεγαλύτερο μερίδιο των δαπανών του μέσου προϋπολογισμού των νοικοκυριών να αφορά στα είδη διατροφής (18%) και να ακολουθούν οι μεταφορές (13,5%) και η στέγαση (11,7%), ενώ οι υπηρεσίες της εκπαίδευσης αποτελούν το μικρότερο μερίδιο των δαπανών (3,3%).

Ενδεικτικό δε της ισότητας στην επιβάρυνση που δέχονται οι οικονομικές τάξεις είναι ότι το μερίδιο της διάμεσης ισοδύναμης δαπάνης (αγορές) του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού είναι 5,5 φορές μεγαλύτερο από το μερίδιο της διάμεσης ισοδύναμης δαπάνης του φτωχότερου 20% του πληθυσμού.
 
Ραγδαία αύξηση της φτώχειας

Στο 21,4% του πληθυσμού ανήλθε, με βάση τα εισοδήματα του 2010, ο αριθμός των νοικοκυριών της χώρας που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας και στο κατώφλι της φτώχειας, και βρίσκεται στη 2η θέση στην Ευρώπη μετά τη Βουλγαρία (ποσοστό 22,4%), ενώ η παιδική φτώχεια ανέρχεται στο 23,7%. 

Δηλαδή, τα νοικοκυριά που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας εκτιμώνται σε 901.194 και τα μέλη τους σε 2.341.400.

Αυτό προκύπτει από τη σχετική έρευνα της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), σύμφωνα επίσης με την οποία, το κατώφλι της φτώχειας ανέρχεται στο ποσό των 6.591 ευρώ ετησίως ανά άτομο και σε 13.842 ευρώ για νοικοκυριά με δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά ηλικίας κάτω των 14 ετών. 

Ενώ, το μέσο ετήσιο ατομικό ισοδύναμο εισόδημα ανέρχεται σε 12.637,08 ευρώ και το μέσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών της χώρας σε 21.590,07 ευρώ.

Σύμφωνα με την ίδια έρευνα:

• Ο κίνδυνος φτώχειας για παιδιά ηλικίας 0-17 ετών (παιδική φτώχεια) ανέρχεται σε 23,7% και είναι υψηλότερος κατά 2,3 ποσοστιαίες μονάδες από το αντίστοιχο ποσοστό του συνολικού πληθυσμού.

• Ο κίνδυνος φτώχειας για άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών υπολογίζεται σε 23.6% και είναι αυξημένος κατά 2,3 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.

• Ο πληθυσμός σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό, ανέρχεται σε 3.403.000 άτομα.

• Ο πληθυσμός που διαβιεί σε νοικοκυριά που δεν εργάζεται κανένα μέλος ή εργάζεται λιγότερο από 3 μήνες συνολικά το έτος, ανέρχεται σε 837.300 άτομα, ενώ στο προηγούμενο έτος ανερχόταν σε 544.800 άτομα.

• Ο πληθυσμός που απειλείται από τη φτώχεια είναι κυρίως:
- Άνδρες άνεργοι (48,4%)
- Μονογονεϊκά νοικοκυριά με, τουλάχιστον, ένα εξαρτώμενο παιδί (43,2%)
- Λοιποί μη οικονομικά ενεργοί (εκτός συνταξιούχων (30%)
- Νοικοκυριά με έναν ενήλικα ηλικίας 65 ετών και άνω (29,7%)
- Μονοπρόσωπα νοικοκυριά με μέλος θήλυ (25,8%)
- Παιδιά ηλικίας 0- 17ετών (23,7%).

Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας είναι υψηλότερο στις γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες (21,9% και 20,9%, αντίστοιχα). Τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά με θήλυ μέλος απειλούνται από τη φτώχεια σε ποσοστό 25,8%, ενώ τα αντίστοιχα με άρρεν μέλος σε ποσοστό 24,3%. 

Ο κίνδυνος φτώχειας για άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών, υπολογίζεται σε ποσοστό 23,6%, ενώ για άτομα ηλικίας έως 17 ετών σε ποσοστό 23,7%. 

Ο κίνδυνος φτώχειας για άτομα ηλικίας άνω των 75 ετών υπολογίζεται σε ποσοστό 27,5%, ενώ για άτομα ηλικίας κάτω των 75 ετών σε ποσοστό 20,8%. 

Ο κίνδυνος φτώχειας των νοικοκυριών με έναν γονέα και, τουλάχιστον, ένα εξαρτώμενο παιδί ανέρχεται σε 43,2%, ενώ ο αντίστοιχος δείκτης για τα νοικοκυριά με δύο γονείς και ένα εξαρτώμενο παιδί ανέρχεται σε 17,7%.

Φυσικά, οι εργαζόμενοι κινδυνεύουν λιγότερο από τους ανέργους και τους οικονομικά μη ενεργούς (συνταξιούχους, νοικοκυρές κ.λπ.). Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας στους εργαζόμενους ανέρχεται σε 11,9% (άνδρες 13,2% και γυναίκες 10,1%), στους λοιπούς μη οικονομικά ενεργούς σε 30% και στους ανέργους σε 44%. 

Ο σχετικός κίνδυνος φτώχειας για τους εργαζομένους με πλήρη απασχόληση ανέρχεται σε 10,4%, ενώ για τους εργαζομένους με μερική απασχόληση ανέρχεται σε 21,4%. 

Τα νοικοκυριά που διαμένουν σε ιδιόκτητη κατοικία απειλούνται από φτώχεια κατά 20,3%, ενώ αυτά που διαμένουν σε ενοικιασμένη κατοικία κατά 25,9%. 

Ο σχετικός κίνδυνος φτώχειας ηλικιωμένων 75 ετών και άνω, κατά ιδιοκτησιακό καθεστώς της κατοικίας τους, ανέρχεται για τους ιδιοκτήτες σε 27,9%, ενώ για τους ενοικιαστές σε 24,3%.

Οι κοινωνικές μεταβιβάσεις βοηθούν αρκετά τα φτωχά νοικοκυριά, και ειδικότερα:

• Τα κοινωνικά επιδόματα συμβάλουν στη μείωση του ποσοστού της φτώχειας κατά 3,4 ποσοστιαίες μονάδες

• Οι συντάξεις συμβάλουν στη μείωση του ποσοστού της φτώχειας κατά 20,1 ποσοστιαίες μονάδες.
• Το σύνολο των κοινωνικών μεταβιβάσεων μειώνει το ποσοστό της φτώχειας κατά 23,5 ποσοστιαίες μονάδες

• Οι κοινωνικές μεταβιβάσεις (συμπεριλαμβανομένων των συντάξεων) αποτελούν το 30,9% του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών της χώρας.

Οι συντάξεις αποτελούν ένα αξιόλογο μερίδιο του διαθέσιμου εισοδήματος, αφού αναλογούν στο 27,1% αυτού.

Τα κοινωνικά επιδόματα αποτελούν το 3,8% του διαθέσιμου εισοδήματος.

Στο «κόκκινο» και μη φτωχά νοικοκυριά

Η στέρηση βασικών αγαθών και υπηρεσιών (δυσκολία ικανοποίησης βασικών αναγκών, ανεπαρκείς συνθήκες στέγασης, επιβάρυνση από τις δαπάνες στέγασης, αδυναμία αποπληρωμής δανείων ή αγορών με δόσεις, δυσκολίες στην πληρωμή πάγιων λογαριασμών, δυσκολία αντιμετώπισης των συνήθων αναγκών, ποιότητα ζωής) πλέον δεν αφορά μόνον τον φτωχό πληθυσμό της χώρας, αλλά και μέρος του μη φτωχού πληθυσμού.

Με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, το 38,8% του πληθυσμού που έχει λάβει καταναλωτικό δάνειο να δηλώνει ότι δυσκολεύεται πάρα πολύ στην αποπληρωμή αυτού ή των δόσεων για αγορά αγαθών και υπηρεσιών. 

Ακόμη και το 24,9% του μη φτωχού πληθυσμού έχει οικονομική δυσκολία να αντιμετωπίσει έκτακτες, αλλά αναγκαίες δαπάνες αξίας περίπου 600 ευρώ.

Σύμφωνα με την έρευνα:

• Ο πληθυσμός που αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες σε τουλάχιστον τέσσερις από τις εννέα συνολικά διαστάσεις της υλικής στέρησης, αποτελείται κυρίως από:
-Παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών (16,4%).
-Πληθυσμό ηλικίας 65 ετών και άνω (13,1%), ποσοστό που αυξάνει σε 14,7% στις γυναίκες και μειώνεται σε 11% στους άνδρες.
-Πληθυσμό 18 έως 64 ετών (15,4%).
-Παιδιά ηλικίας 18 έως 24 ετών που έχουν ολοκληρώσει την πρωτοβάθμια εκπαίδευση (35,2%).
-Πληθυσμό ηλικίας 18 έως 59 ετών που έχει ολοκληρώσει την τριτοβάθμια εκπαίδευση (6,5%).

• Το ποσοστό του πληθυσμού που διαβιεί σε κατοικία με στενότητα χώρου ανέρχεται σε 25,9% για το σύνολο του πληθυσμού, ενώ είναι 23,2% για τον μη φτωχό πληθυσμό και 35,8% για τον φτωχό πληθυσμό.

• Τα νοικοκυριά που επιβαρύνονται από το κόστος στέγασης ανέρχονται σε 24,3% για το σύνολο του πληθυσμού, σε 9,4% για τον μη φτωχό πληθυσμό και 79% για τον φτωχό πληθυσμό.

• Το 42,7% του φτωχού πληθυσμού δηλώνει ότι στερείται διατροφής που περιλαμβάνει κάθε δεύτερη ημέρα κοτόπουλο, κρέας, ψάρι ή λαχανικά ίσης θρεπτικής αξίας, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό του μη φτωχού πληθυσμού εκτιμάται σε 0,3%.

• Το 69,5% του φτωχού πληθυσμού και το 24,9% του μη φτωχού έχει οικονομική δυσκολία να αντιμετωπίσει έκτακτες, αλλά αναγκαίες δαπάνες αξίας περίπου 600 ευρώ.

• Περιβαλλοντικά προβλήματα από παρακείμενη βιομηχανία ή κυκλοφορία αυτοκινήτων αντιμετωπίζει το 25,6% του συνολικού πληθυσμού, ενώ ποσοστό 20,3% του ίδιου πληθυσμού αναφέρει ως πρόβλημα τους βανδαλισμούς και την εγκληματικότητα στην περιοχή του.

• Το ποσοστό του συνολικού πληθυσμού που δηλώνει οικονομική αδυναμία να έχει ικανοποιητική θέρμανση ανέρχεται σε 18,7%, ενώ είναι 38,9% για τον φτωχό πληθυσμό και 13,7% για τον μη φτωχό πληθυσμό.

• Το 30% του μη φτωχού πληθυσμού δηλώνει ότι επιβαρύνεται πάρα πολύ από τις συνολικές δαπάνες στέγασης, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τον φτωχό πληθυσμό εκτιμάται σε 55,7%.

• Το 38,8% του πληθυσμού που έχει λάβει καταναλωτικό δάνειο δηλώνει ότι δυσκολεύεται πάρα πολύ στην αποπληρωμή αυτού ή των δόσεων για αγορά αγαθών και υπηρεσιών.

• Το 41,4% του φτωχού πληθυσμού δηλώνει δυσκολία στην πληρωμή πάγιων λογαριασμών, όπως αυτών του ηλεκτρικού ρεύματος, του νερού, του φυσικού αερίου κ.λπ.

• Το 48,9% του φτωχού πληθυσμού αναφέρει μεγάλη δυσκολία στην αντιμετώπιση των συνήθων αναγκών του με το συνολικό μηνιαίο ή εβδομαδιαίο εισόδημά του.

• Το μέσο ελάχιστο καθαρό μηνιαίο εισόδημα για την αντιμετώπιση των αναγκών των νοικοκυριών της χώρας, κατά δήλωσή τους, ανέρχεται σε 2.235 ευρώ. Τα φτωχά νοικοκυριά χρειάζονται 1.808 ευρώ, ενώ τα μη φτωχά νοικοκυριά 2.350 ευρώ.

• Το 17,1% του φτωχού πληθυσμού, το 6% του μη φτωχού πληθυσμού και το 8,3% του συνολικού πληθυσμού δεν διέθεταν ένα, τουλάχιστον, ΙΧ επιβατηγό αυτοκίνητο, ενώ το 17,9% των φτωχών νοικοκυριών, το 6,4% των μη φτωχών και το 8,9% του συνόλου των νοικοκυριών δεν διέθεταν προσωπικό ηλεκτρονικό υπολογιστή, αν και τα χρειάζονταν, λόγω έλλειψης οικονομικής δυνατότητας.

Βουτιά στην κατανάλωση
Στα 1.956,42 ανερχόταν το 2010 η μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών και ήταν μειωμένη κατά 5,3% σε σύγκριση με το 2009, ενώ, λαμβανομένης υπόψη και της επίδρασης του πληθωρισμού, μειώθηκε σε πραγματικούς όρους κατά 9,3%.

Σύμφωνα, επίσης, με την έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών 2010, που δημοσιοποίησε η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑ), το σχετικά μεγαλύτερο μερίδιο των δαπανών του μέσου προϋπολογισμού των νοικοκυριών αφορά στα είδη διατροφής (18%) και ακολουθούν οι μεταφορές (13,5%) και η στέγαση (11,7%), ενώ οι υπηρεσίες της εκπαίδευσης αποτελούν το μικρότερο μερίδιο των δαπανών (3,3%).

Με τη μείωση της μηνιαίας δαπάνης, μεταβλήθηκε και το καταναλωτικό πρότυπο των νοικοκυριών. Έτσι:

• Για την περίοδο 2009-2010 παρατηρείται μεταβολή του καταναλωτικού προτύπου και, ειδικότερα, σημαντική μετατόπιση των δαπανών που αφορούν στην ένδυση - υπόδηση, ξενοδοχεία, καφενεία και εστιατόρια, επικοινωνίες, αναψυχή - πολιτισμό, προς τις δαπάνες που αφορούν στη διατροφή, τη στέγαση και τα οινοπνευματώδη ποτά.

Ειδικότερα, καταγράφεται μεγαλύτερη μείωση δαπανών σε τρέχουσες τιμές, σε σχέση με την προηγούμενη έρευνα (2009), για ένδυση - υπόδηση (-3,5%), επικοινωνίες (-12,5%), αναψυχή και πολιτισμό (-8,6%), ξενοδοχεία, καφενεία και εστιατόρια (-8,1%), υγεία (-7,3%) και διαρκή αγαθά (-6%). Μικρότερες μειώσεις παρατηρούνται στις δαπάνες για λοιπά αγαθά και υπηρεσίες (-4,8%), εκπαίδευση (-3,9%), στέγαση (-1,4%) και διατροφή (-1,4%), ενώ οι δαπάνες για τα οινοπνευματώδη ποτά και καπνό παρέμειναν σχετικά σταθερές.

Τα νοικοκυριά που διαμένουν σε αγροτικές περιοχές δαπανούν 1.481,57 ευρώ μηνιαίως, ενώ αυτά που διαμένουν σε αστικές περιοχές 2.099,49. 

Ήτοι, τα νοικοκυριά που διαμένουν σε αγροτικές περιοχές δαπανούν λιγότερο κατά 29,4% σε μέσο όρο, από τα νοικοκυριά που διαμένουν σε αστικές περιοχές.

Στον αντίποδα, παρατηρείται σημαντική αύξηση του αριθμού των νοικοκυριών που διαθέτουν ηλεκτρονικό υπολογιστή στην κύρια κατοικία τους (+8,7%). 

Επίσης, καταγράφεται:
• Αύξηση από 37% σε 38% των νοικοκυριών που διαθέτουν πλυντήριο πιάτων (+3,3%)

• Αύξηση του αριθμού νοικοκυριών που κατέχουν δευτερεύουσες ή εξοχικές κατοικίες (+2,5%)

• Αύξηση του αριθμού των νοικοκυριών που διαθέτουν, τουλάχιστον, ένα κινητό τηλέφωνο (+2,2%).
Αλλά, και

• Μείωση του αριθμού των νοικοκυριών που διαθέτουν κλειστούς χώρους στάθμευσης στην κατοικία (μείωση 4,9%)

• Μείωση του αριθμού των νοικοκυριών που κατέχουν τουλάχιστον ένα επιβατικό αυτοκίνητο ΙΧ, (μείωση 2%), και του αριθμού των αυτοκινήτων μείωση κατά 4,2%.

• Μείωση του αριθμού των νοικοκυριών που έχουν σταθερό τηλέφωνο (μείωση 2,5%).

Ανοίγει η ψαλίδα πλούσιων φτωχών
Ερευνώντας τις συνθήκες ανισότητας μεταξύ του πληθυσμού, προκύπτει ότι το μερίδιο της διάμεσης ισοδύναμης δαπάνης (αγορές) του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού είναι 5,5 φορές μεγαλύτερο από το μερίδιο της διάμεσης ισοδύναμης δαπάνης του φτωχότερου 20% του πληθυσμού. 

Παράλληλα, ο κίνδυνος φτώχειας απειλεί το 20% του πληθυσμού της χώρας, όταν στον υπολογισμό του δείκτη λαμβάνεται υπόψη μόνο η δαπάνη με τρόπο κτήσεως αγορά (19,6% το 2009), ενώ ο δείκτης μειώνεται στο 15,6% του πληθυσμού (15,3% το 2009), όταν λαμβάνονται υπόψη όλες οι καταναλωτικές δαπάνες, ανεξάρτητα από τον τρόπο κτήσεως (τεκμαρτό ενοίκιο από ιδιοκατοίκηση, ιδιοπαραγόμενα αγαθά, αγαθά και υπηρεσίες παρεχόμενες δωρεάν από τον εργοδότη, άλλα νοικοκυριά, μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς, κράτος κ.λπ.).

Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι η μέση μηνιαία δαπάνη των φτωχών νοικοκυριών εκτιμάται στο 32,3% των δαπανών των μη φτωχών νοικοκυριών. 

Τα φτωχά νοικοκυριά δαπανούν το 33,1% του μέσου προϋπολογισμού τους σε είδη διατροφής, ενώ τα μη φτωχά το 17%. 

Λόγω της σύνθεσης των φτωχών νοικοκυριών (ηλικιωμένοι, ανασφάλιστοι κ.λπ.), η δαπάνη για υγεία ανέρχεται στο 8,7% του μέσου προϋπολογισμού τους, ενώ των μη φτωχών στο 6,4%.

Με βάση τα ισχύοντα στην Ευρώπη, παρατηρείται ότι οι δαπάνες για εκπαίδευση κυμαίνονται από 0,2% στη Νορβηγία και 0,8% στη Γερμανία και έως 4,4% και 3,3% του μέσου προϋπολογισμού των νοικοκυριών στη Βουλγαρία και στην Ελλάδα, αντίστοιχα. 

Επίσης, η Βουλγαρία και η Ελλάδα καταγράφουν τη μεγαλύτερη ιδιωτική δαπάνη για την υγεία, 6,6% και 6,4% του μέσου προϋπολογισμού των νοικοκυριών, αντίστοιχα.


Πηγή: cityportal.gr
Categories: